βληχρός

βληχρός
Grammatical information: adj.
Meaning: `weak' (Alc.).
Other forms: ἀβληχρός (Il.; q. v.)
Derivatives: βλῆχρος, a plant, Strömberg Pflanzennamen 24.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Connected with βλά̄ξ (q. v.) as Ionic; the -χ- would be expressive (Chantr. Form. 225f.; not via *μλᾱκ-σ-ρός). Not with Bechtel Glotta 1, 71, Lexil. s. ἀβληχρός to μαλάχη. Blanc, BSL 94, 1999, 317-38, suggests the root *gʷelh₁- `sting' (Pok. 470) with α- either lost (which is no solution) or later added.
Page in Frisk: 1,244-245

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βληχρός — βληχρός, ά, όν (Α) 1. άτονος, μαλακός 2. (για πυρετό) χαμηλός, λίγος. [ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη μεθομηρική, η οποία στον Όμηρο απαντά ως αβληχρός*, με α προθεματικό. Κατά την επικρατέστερη άποψη, η λ. βληχρός, αν και ιωνική, συνδέεται πιθανώς με τη λ. βλᾱξ* …   Dictionary of Greek

  • βληχρός — faint masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλῆχρος — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχρά — βληχρός faint neut nom/voc/acc pl βληχρά̱ , βληχρός faint fem nom/voc/acc dual βληχρά̱ , βληχρός faint fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχρότερον — βληχρός faint adverbial comp βληχρός faint masc acc comp sg βληχρός faint neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχρῶν — βληχρός faint fem gen pl βληχρός faint masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχρόν — βληχρός faint masc acc sg βληχρός faint neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχραῖς — βληχρός faint fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχραί — βληχρός faint fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχροτάτου — βληχρός faint masc/neut gen superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχροτέρη — βληχρός faint fem nom/voc comp sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.